GAIA

GAIA

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Το «Δακτυλικό Αποτύπωμα» του Δημιουργού


«Όσο ό άνθρωπος βρισκόταν ακόμα στο στάδιο του Homo Habilis & Homo Erectus, δεν είχε ακόμα έναρθρο λόγο (γλώσσα). Έβγαζε μόνο άναρθρες κραυγές. Και με αυτές δεν μπορούσε βέβαια να δώσει ονόματα στα όντα και τα φαινόμενα που έβλεπε γύρω του, και βάσει αυτών να διακρίνει σχέσεις και ιδιότητες και να διαμορφώσει θεωρία για τη φύση. Αυτό έγινε όταν περάσαμε στο στάδιο του Homo Sapiens – εκατό χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα περίπου. Τότε λόγω μεταλλάξεων που έγιναν στον εγκέφαλο και στο λάρυγγα (φωνητικές χορδές) περάσαμε από τον άναρθρο στον έναρθρο λόγο. Αποκτήσαμε γλώσσα και χάρη σε αυτή μπορέσαμε να διατυπώσουμε ερμηνείες και θεωρίες για τον κόσμο. Στην αρχή μυθικές, μετά θρησκευτικές, φιλοσοφικές, επιστημονικές.» Ένα μικρό απόσπασμα από κείμενο του κ. Κ.Ε. Ράπτη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΠΑΛΜΟΣ» του Σαββάτου 14 Μαϊου 2011 σελ. 6-8. Ευθυγραμμίζεται σαφώς ο κ. Ράπτης με την θεωρία του Κ. Δαρβίνου περί εξελίξεως και καταγωγής των ειδών, η οποία αγνοεί- και έρχεται σε αντίθεση με την Θεία Δημιουργία.
Από τη δική μου πλευρά προς χάριν των αναγνωστών του «Παλμού» θα δοθεί η άλλη διάσταση που θέλει τον άνθρωπο, πρόσωπο –εικόνα του Θεού.
Πριν 3000 χρόνια από σήμερα περίπου ο Μωϋσής συνέγραψε την ιστορία της Γενέσεως, της Ιερής Βίβλου. Εκεί αναφέρεται ότι : «…Ο θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, άρρεν και θήλυ έπλασεν αυτούς…»
Όπως όλοι γνωρίζουμε την ιστορία την γράφει αποκλειστικά ο άνθρωπος στον κόσμο που ζούμε.
Πολλοί άνθρωποι επι αιώνες μέχρι σήμερα, συμφώνησαν και πίστεψαν την ιστορία της Γενέσεως. Όταν μάλιστα εν τω μεταξύ δεν παρουσιάστηκε καμία άλλη ιστορική εκδοχή που να εμφανίζει περισσότερη αξιοπιστία περι την προέλευση του ανθρώπου. Ούτε η επιστήμη ( με τη σοβαρή έννοια της) δεν πήρε αντίθετη θέση προς την ιστορία της Βίβλου. Όλοι βέβαια σήμερα ξέρουμε πολλά για την γνωστή θεωρία του Κ. Δαρβίνου την οποία υιοθέτησαν οι αθεϊστές του 18ου αιώνα μ.Χ. Φοιερμπαχ, Μάρξ, Φροϋντ κ.α.,  για να στηρίξουν τη δοξασία του αθεϊσμού. Το 1841 , ο Φοίερμπαχ υποστήριξε ότι ο Θεός κατά βάση ήταν μια επινόηση, κάτι που σκαρφίστηκαν οι άνθρωποι για να παράσχουν μεταφυσική και πνευματική παρηγοριά. Το επιχείρημα του έχει ως εξής:
«Δεν υπάρχει Θεός. Πολλοί άνθρωποι όμως πιστεύουν στο Θεό. Γιατί; Επειδή θέλουν παρηγοριά. Συνεπώς «προβάλλουν» ή «εξαντικειμενικεύουν» τις επιθυμίες τους κι αυτό το ονομάζουν «Θεό». Άρα αυτός ο μη υπαρκτός  «θεός» είναι απλώς η προβολή της ανθρώπινης επιθυμίας.»
Πρόκειται για ένα συναρπαστικό επιχείρημα, το οποίο έχει επιδράσει βαθιά στο Δυτικό πολιτισμό. Παρ’όλα αυτά , έχει τα προβλήματά του. Εν πρώτοις το να θέλεις κάτι δεν σημαίνει ότι αυτό δεν υπάρχει. Η ανθρώπινη δίψα αναφέρεται στην ανάγκη για νερό: Το εν λόγω επιχείρημα υπονοεί, επίσης ότι όλες οι κοσμοθεωρίες αποτελούν απαντήσεις σε ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες συμπεριλαμβανομένου, βέβαια και του αθεϊσμού, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί μια απάντηση στην ανθρώπινη επιθυμία για αυτονομία.» (ALISTER MCGRATH: «Η Αυταπάτη του Dawwkins» Σελ. 68)
Υπο το φως των σημερινών επιστημονικών ανακαλύψεων αλλά και εμπειρικών βιωμάτων είμαστε σε θέση να αποφανθούμε ότι η ιστορία της Θείας Δημιουργίας επιβεβαιώνεται και κατά αντικειμενικό τρόπο. Στο σημείο αυτό θέλω να πώ ότι αυτή η ‘αποκάλυψη’ δεν αφορά τους ‘πιστούς’- οι οποίοι δεν χρειάζονται ‘αποδείξεις’ (γι’ αυτούς φτάνει το «οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δε των χειρών αυτού αναγγέλει το στερέωμα» του υμνωδού) , απευθύνεται περισσότερο στους «Θωμάδες» του κόσμου.
Οι άνθρωποι , λοιπόν που πρωτοεμφανίστηκαν στην γη (οι πρωτόπλαστοι λέω εγώ) είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι, στις βασικές τους ιδιότητες, με τους σημερινούς ανθρώπους. Εκείνο δε το σημείο , το οποίο θα αποκαλέσουμε «δακτυλικό αποτύπωμα» του Δημιουργού είναι ο έναρθρος λόγος (η γλώσσα) αποδεικνύει ότι οι πρώτοι άνθρωποι δεν γεννήθηκαν από άλλους ανθρώπους (από ποιους να γεννηθούν αφού ήσαν οι πρώτοι) αλλά επλάστηκαν τέλειες προσωπικότητες από τον Πάνσοφο Δημιουργό. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι το ανθρώπινο γένος διέθετε εξ αρχής και τη γλώσσα , την οποία τη δίδαξε ο ίδιος ο Θεός στα πλάσματά του. Ύστερα από γενεά σε γενεά μεταδιδόταν η γλώσσα. Εδώ χρειάζεται να επεξηγήσουμε αυτό το σημείο προς πληρέστερη κατανόηση. Η Επιστήμη και η εμπειρία μας βεβαιώνει ότι η γλώσσα δεν μεταφέρεται κληρονομικώς από τους γονείς στα τέκνα. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος για να μιλήσει πρέπει να διδαχθεί από κάποιον που ξέρει τη γλώσσα αλλιώς θα παραμείνει άλαλος και αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση των κωφαλάλων. Επομένως το ότι ο άνθρωπος διαθέτει έναρθρο λόγο, σημαίνει ότι όταν προωτοεμφανίστηκε στη ζωή είχε κάποιο Δημιουργό και δάσκαλο συγχρόνως. Όλα τα άλλα απορρίπτονται ως ανόητες φαντασίες. Να το στηρίξουμε αυτό και επιστημονικά. Είπαμε ήδη ότι η γλώσσα δεν κληρονομείται. Αυτό που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι η δυνατότητα προς ομιλίαν. Προς τούτο εις τον μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου (έλιξ του Βτοκα) υπάρχει το κινητικό κέντρο του λόγου το οποίο είναι υπεύθυνο για την παραγωγήν και την εκφοράν της γλώσσας. Η διαδικασία είναι νομοτελειακή. Δια της ακοής πρέπει το κέντρο του λόγου να λάβει από το περιβάλλον τα κατάλληλα ηχητικά ερεθίσματα (λέξεις, φράσεις…) και τότε μόνο αυτό ενεργοποιείται και θέτει σε κίνηση και λειτουργία τον πολύπλοκο μηχανισμό του εγκεφάλου προς παραγωγήν και εκφοράν της γλώσσας.
Κάτι διαισθανόταν ένας λάτρης της γλώσσας ο αείμνηστος Έλληνας ποιητής και γραφολόγος Ζήσιμος Λορεντζάτος που έγραψε: « Η γλώσσα δεν είναι επινόημα του ανθρώπου, όπως δεν είναι το περπάτημα ή το γέλιο του» (Collectunea Σελ. 9)
Η γλώσσα επομένως, το δώρο του Θεού στον άνθρωπο, δεν είναι μόνο για να συνεννοείται με τους άλλους αλλά προ παντός για να σκέφτεται καλύτερα, να διατυπώνει ιδέες, να εκφράζει συναισθήματα, με λίγα λόγια να δημιουργεί πολιτισμό.
Δίνει όμως αποστομωτική απάντηση σε όλους εκείνους οι οποίοι για ακαθόριστους λόγους ισχυρίστηκαν ότι ο άνθρωπο προήλθε από τον πίθηκο (Δαρβινιστές) ή ακόμα και από την αμοιβάδα(διάσημοι επιστήμονες από τηλεοράσεως).
Το μόνο ερώτημα το οποίο έχει θέση στη νέα πραγματικότητα είναι ποια γλώσσα πρωτομίλησε ο άνθρωπος. Τον λόγον τώρα έχει η επιστήμη να ανακαλύψει την πρώτη γλώσσα του κόσμου. Και ότι ήδη ο Ισπανός Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Complourense της Μαδρίτης και μέλος της Ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας κ. Φρανσισκο Ροντρίγκες Αντράντος είπε τη γνώμη του:
«…Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αν κρίνουμε από την επίδραση που άσκησε σ’ολες τις ευρωπαϊκές γλώσσες , η Ελληνική είναι η πρώτη γλώσσα του κόσμου…» Επ’αυτού όμως περισσότερα σε άλλη συζήτηση. Συμπέρασμα: Η ιστορία της θείας Δημιουργίας η οποία επί 3 χιλιετίες παραμένει ακλόνητη στη συνείδηση του κόσμου με την εντόπιση του «δακτυλικού αποτυπώματος»  του Δημιουργού, απαντάει και στους απανταχού αμφισβητίες.
Αλέξιος Γ. Τσούτσος
Αγρίνιο